Μαμά… σ’ αγαπώ…

«Καλησπέρα Νικόλα μου…»

 «Καλησπέρα μαμά.» Πώς τα κατάφερνε η μητέρα του να τον παίρνει τηλεφωνο τις πιο ακατάλληλες στιγμές ήταν μια φανταστική υπερδύναμη που ποτέ του δεν θα την κατανοούσε. Εδώ που τα λέμε, όλες οι μάνες του κόσμου ίσως κατείχαν τη φοβερά προνομιούχο δύναμη να ανιχνεύουν την ώρα εκείνη που ή θα ήσουν στο μπάνιο ή θα τηγάνιζες ή μόλις θα σε είχε πάρει ο ύπνος. Το διαπεραστικό κουδούνισμα σχεδόν το φώναζε: σήκωσέ το γρήγορα, είμαι η μαμά! Πάτησε το mute στην τηλεόραση αν και ήταν απορροφημένος στις ειδήσεις […]

   «Δεν υπήρχε λόγος να έρθεις μαμά. Όλα πέρασαν εξάλλου σε λίγες μέρες. Μια ίωση ήταν…»
Τώρα θα του έλεγε με το επιτηδευμένα σοβαρό της ύφος να προσέχει, ήταν σίγουρος. «Να προσέχεις» την άκουσε να λέει την ακριβώς επόμενη στιγμή. Συγκράτησε το γέλιο του.
«Θα προσέχω… Μαμά, κοντεύω τα τριάντα. Το αντιλαμβάνεσαι;»
«Και τι σημασία έχει αυτό;» τον ρώτησε. Δίκαια. Και στα σαράντα του και στα πενήντα του, δε θα άλλαζε τίποτα για τη μητέρα του. Πάλι να προσέχει θα τον παρακαλούσε, σα να ήταν μωρό. Το μωρό της.
«Και με την πρώτη ευκαιρία να έρθεις Θεσσαλονίκη. Μου το υπόσχεσαι;»
«Σου το υπόσχομαι.»
«Ωραία… Να σε αφήσω όμως. Σίγουρα από κάτι πολύ σημαντικό θα σε διακόπτω…» Η φωνή της ξαφνικά δεν έμοιαζε με φωνή μαμάς. Μα με φωνή ενός ανθρώπου που ήθελε με όλη την δύναμη της ψυχής του να νιώσει κοντά σε έναν άλλο άνθρωπο μα φοβόταν τρομερά μην τον κακοκαρδίσει. Ο Νικόλας άθελά του, συγκινήθηκε. Έκλεισε για μισό λεπτό τα μάτια. Σε αυτό το μισό λεπτό παρέλασαν διαδοχικά από το μυαλό του, τηρώντας μια αλληγορική γραμμή, δεκάδες εικόνες. Η μάνα του να τον κυνηγά με ένα πηρούνι στο χέρι. Η μάνα του να προσποιείται την τρομαγμένη με τις γκριμάτσες του. Η μάνα του σκυμμένη μπροστά του, να περιποιείται τα γρατζουνισμένα του γόνατα. Η μάνα του στις πρώτες σειρές να τον παρακολουθεί δακρυσμένη να απαγγέλει το ποίημά του στη σχολική γιορτή. Η μάνα του να τρέχει γελώντας πίσω από το ποδήλατό του…

    «Μαμά…σ’ αγαπώ» του ξέφυγε.

   Για κάμποσα δευτερόλεπτα κυρίευσε σιωπή τη συσκευή του. Μάλλον ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε να ακούσει. Δε τη συνήθιζε σε τέτοια ο Νικόλας. Το έβρισκε απίστευτα δύσκολο να τα βγάλει από μέσα του. Τώρα η μάνα του θα ανησυχούσε περισσότερο. Θα αναρωτιόταν εκατό τοις εκατό αν είναι ακόμα άρρωστος. «Κι…εγώ…» είπε ξεψυχισμένα, ωστόσο, στο τέλος. Σαν να έτρεμε μην τον ξυπνήσει από κάποιον λήθαργο και της αρπάξει πίσω εκείνο το πολύτιμο «σ’αγαπώ» που της χάρισε τόσο αναπάντεχα.

    Όχι, μαμά, δε θα στο πάρω πίσω. Είναι δικό σου…δικό σου…

image

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s