At the end of my suffering there was a door.

«Πρόσεχε… πρόσεχε… την καρδιά σου. Πρόσεχε… δεν είναι δική σου… ανήκει σε κείνον…» Η Στεφανία φέρνει τα χέρια της στο στήθος της. Φτεροκοπά. Μετράει τον κάθε χτύπο του. Ενώνεται με το τραγούδι. Τραγούδι γνώριμο και λυπημένο… το άκουσμά του της προκαλεί μια αβάσταχτη αίσθηση· ξεσπάει αναπόφευκτα σε κλάμματα. Έχει ανάγκη να λυτρωθεί…

image
Egon Schiele 

«My head was full of misty fumes of doubt.»

Κατέβηκε μουδιασμένη τις σκάλες. Περίεργο. Δεν ένιωθε μόνη. Η ενέργεια του πίνακα την συντρόφευε ακόμα. Λες κι είχε γίνει φωτιά και κυλούσε στις φλέβες της. Τώρα έκαιγε ολόκληρη! Έφερε το χέρι της στο μέτωπο της. Αναρωτήθηκε αν είχε πυρετό…
Ο δροσερός βραδινός αέρας στο δρόμο τη χτύπησε κατά πρόσωπο. Ένιωθε πάλι τα μάτια της βουρκωμένα. Όπως τότε… Είδε στο βάθος το λεωφορείο της να προσεγγίζει τη στάση. Άνοιξε το βήμα της.

image
Λία Εμμανουηλίδου

My fingertips searched your skin on the oceans of love.

Της μιλούσε με τα μάτια, με τα χείλη, τα ακροδάχτυλα… Ο πόθος του γεννούσε καινούριους πόθους. Η Στεφανία ήταν το επίκεντρό τους.
Βάλθηκε να συμμετέχει με πάθος. Ο αέρας, γεμάτος από τις ανάσες τους, σα να λιγόστευε. Το μυαλό της πολυλογούσε με πείσμα. Με άφησες να σε αφήσω. Με άφησες να σε αφήσω. Δεν ήθελα εξηγήσεις. Αγάπη ήθελα. Τα μάτια της συνάντησαν το φεγγάρι που έγραφε σαν ασημένιο δάχτυλο στο τζάμι του παραθύρου. Ύστερα σκαρφάλωσαν στο ταβάνι.
Πρωταγωνίστρια ενός εκστατικού ντεζαβού, έβλεπε από ψηλά τα δυο κορμιά τους να παλεύουν στο κρεβάτι, να ταλαντώνονται, να ανακατεύουν τα σεντόνια, να χωρίζουν και να βρίσκονται ξανά.

Δεν ήταν στο σώμα της πια…

 

image

Paul Outerbridge

 

…At night I dream that you and I are two plants that grew together, roots entwined

Ο κοσμοπολίτικος αέρας της πόλης τους ταίριαζε. Ο Δούναβης με τα γαλάζια κύματά του, ασκούσε μαγική επίδραση επάνω τους. Ζούσαν στο πιο ενδιαφέρον μέρος της Ευρώπης. Μαζί. Μα τώρα γύρω τους παντού πόλεμος… Πόλεμος, θάνατος και φωνές. Το χέρι της χαϊδεύει την κοιλιά της προστατευτικά. Τον έχει μέσα της… μέσα της… της αρκεί. Άξαφνα εκείνος σοβαρεύει. Μικρές φωτιές μοιάζουν να ξεπηδούν από τα μάτια του. Το βλέμμα του, διασχίζει τον αέρα στο δωμάτιο· σαν αστραπή γεμίζει την ατμόσφαιρα με φως. Ω, δεν χορταίνει να τον κοιτάει… Όταν ο άντρας της δουλεύει, ο πλανήτης της δικής της καρδιάς σταματά…

     Egon Sciele ~ Portait of Edith Schiele 1917

«I killed the monsters. That’s what fathers do.»

   Έψαχνε τρόπο να ξεγλιστρήσει από τα παραμορφωμένα φώτα μα τον πρόδωσαν οι δυνάμεις του παιδικού κορμιού του και άρχισε να τρέμει από το κρύο. Σκέφτηκε να γυρίσει. Μουσκεμένος ως το κόκκαλο, λασπωμένος και άθλιος, παρουσιάστηκε στο σπίτι του. Η μάνα του, μόλις τον είδε σε αυτά τα χάλια, σχεδόν λιποθύμησε. Συνήλθε όμως στο λεπτό, έβαλε τις φωνές και ήθελε να τον δείρει. Ο πατέρας του μπήκε στη μέση. Κυματοθραύστης. Η φιγούρα του, τοίχος αδιαπέραστος, που πάνω του έγινε σκόνη και θρύψαλα ο θυμός της μητέρας του. Ο κόσμος καταλάγιασε…

 

Egon Schiele

«For it was not into my ear you whispered… But into my heart.»

Τόλμησε και της έπιασε το χέρι. Στο άγγιγμά του αναρίγησε. Σα να το γνώριζε από πάντοτε. Σα να περίμενε αιώνες να την αγγίξει.
Εκείνη τη στιγμή διάλεξε να φανεί το λεωφορείο. Πριν την αρπάξει, πρόλαβε και τη φίλησε απαλά στο σημάδι της. Τα χείλη του μαγεύτηκαν. Την είχε ονειρευτεί αυτή τη γεύση… Το βλέμμα της, διεσταλμένο, του έδωσε τότε την απάντηση που γύρευε.
«Να ‘ρθεις, όταν θα νιώσεις καλύτερα. Μη βιαστείς. Εγώ θα είμαι εδώ. Για σένα… Πάντα…» της είπε.

Πάντα… Πάντα…της υποσχέθηκε η καρδιά του.

image

Kourtney Roy